fbpx
Social Media: Βασικό τους πρόβλημα αποτελεί πλέον η παραπληροφόρηση.

Είναι δεδομένο πλέον πως βασικές πηγές της παραπληροφόρησης και της διάχυσης ψευδών και κίτρινων ειδήσεων είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ειδικότερα με τον ερχομό της πανδημίας και των εμβολίων, όλοι ακούσαμε και διαβάσαμε εξωφρενικές απόψεις συνάμα με θεωρίες συνωμοσίας πέρα για πέρα μη επιστημονικές. Το πρόβλημα είναι ότι πλέον η ανεξέλεγκτη αυτή παραπληροφόρηση έγινε αντικείμενο μελέτης καθώς αντί να μειώνεται, μιας και το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού είναι αρκετά υψηλό, αυτό αυξάνεται επικίνδυνα. 

Μια νέα ευρωπαϊκή μελέτη, με επικεφαλής έναν Έλληνα ερευνητή της διασποράς, έδειξε ότι εκ των  social media αυτό που επιδεικνύει τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις θεωρίες συνωμοσίας και στον ανορθολογισμό είναι το Twitter. Ερευνητές 19 ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, με επικεφαλή τον Γιάννη Θεοχάρη του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου, ανέλυσαν στοιχεία από 17 χώρες, πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της πανδημίας εξετάζοντας τον ρόλο διαφόρων social media όσον αφορά τη διασπορά θεωριών συνωμοσίας. 

Ανάμεσα σε αυτές τις 17 χώρες είναι και η Ελλάδα, όπου μαζί με άλλες χώρες όπως η Ρουμανία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και το Ισραήλ, κατατάσσονται στις χώρες όπου ο “δείκτης συνωμοσιολογίας” βρίσκεται πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Γενικότερα έγινε αντιληπτό πως οι ανατολικές χώρες της Ευρώπης είναι περισσότερο επιρρεπείς από τις υπόλοιπες, καθώς όταν εξετάστηκαν με βάση τρεις συνωμοσιολογικές ερωτήσεις σχετικά με την Covid-19, έτσι ώστε να αξιολογηθεί ο βαθμός που είναι εξαπλωμένες αυτές οι πεποιθήσεις σε κάθε χώρα, η Ρουμανία ήταν με διαφορά πρωταθλήτρια συνωμοσιολογίας, η Πολωνία ήταν δεύτερη, η Ουγγαρία τρίτη και η Ελλάδα τέταρτη μαζί με το Ισραήλ. 

Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν ότι το Twitter, λόγο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όπως το ότι εστιάζει στην κατανάλωση ειδήσεων, αντιμετωπίζει αυξημένη κοινωνική πίεση σχετικά με τις αναρτήσεις του άρα δεν μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο και την ποιότητα τους. Ωστόσο μία επισήμανση των ερευνητών ήταν πως δεν ενθαρρύνουν όλες οι πλατφόρμες στον ίδιο βαθμό τις συνωμοσιολογικές θεωρίες. Στο Twitter π.χ. “το περιεχόμενο που βασίζεται σε τέτοιες θεωρίες μπορεί γρήγορα να απομυθοποιηθεί ή πιθανώς να ‘πνιγεί’ από πληροφορίες καλύτερης ποιότητας ή από τον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που είναι πρόθυμοι να παρέμβουν για να διορθώσουν γρήγορα την παραπληροφόρηση”. Επιπλέον, σύμφωνα με τη μελέτη, οι χρήστες του Twitter συνδυάζουν μορφωτικό επίπεδο άνω του μέσου όρου και μεγαλύτερη τάση να ψάχνουν για πραγματικές ειδήσεις, σε σχέση με τις άλλες πλατφόρμες. 

Άλλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το WhatsApp, δεν ελέγχουν τόσο τις διακινούμενες πληροφορίες καθώς στις πλατφόρμες αυτές υπάρχουν στενότεροι δεσμοί ανάμεσα στους χρήστες, όπως οικογενειακοί ή φιλικοί, και αυτό έγινε αισθητό και στην περίπτωση της Covid-19. Παρόλο που ψευδείς ειδήσεις κυκλοφορούν συνεχώς στο διαδίκτυο από τότε που αυτό υπάρχει, η πανδημία υπήρξε το κατάλληλο πεδίο για μια εκρηκτική αύξηση τους, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γι’ αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χρησιμοποίησε τον όρο “infodemic” για να περιγράψει αυτή την παράλληλη “επιδημία παραπληροφόρησης”.